- αρίγνωτος
- ἀρίγνωτος, -η, -ον και -ος, -ον (Α)1. αυτός που διακρίνεται, που γνωρίζεται εύκολα2. πασίγνωστος, ξακουστός3. (με κακή σημασία) διαβόητος.[ΕΤΥΜΟΛ. < αρι-* + γνωτός < γιγνώσκω «γνωρίζω»].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
ἀρίγνωτος — easy to be known masc nom sg ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Ἀρίγνωτος — masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀριγνώτω — ἀρίγνωτος easy to be known masc/neut nom/voc/acc dual ἀρίγνωτος easy to be known masc/neut gen sg (doric aeolic) ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀριγνώτων — ἀρίγνωτος easy to be known gen pl ἀρίγνωτος easy to be known fem gen pl ἀρίγνωτος easy to be known masc/neut gen pl ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρίγνωτον — ἀρίγνωτος easy to be known masc acc sg ἀρίγνωτος easy to be known neut nom/voc/acc sg ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem acc sg ἀρίγνωτος easy to be known neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀριγνώτοιο — ἀρίγνωτος easy to be known masc/neut gen sg (epic) ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem/neut gen sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀριγνώτοις — ἀρίγνωτος easy to be known masc/neut dat pl ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀριγνώτου — ἀρίγνωτος easy to be known masc/neut gen sg ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀριγνώτους — ἀρίγνωτος easy to be known masc acc pl ἀρίγνωτος easy to be known masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Ἀριγνώτω — Ἀρίγνωτος masc nom/voc/acc dual Ἀρίγνωτος masc gen sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)